Θεματολόγιο

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

25.8.10

Ο ανθελληνισμός έχει βαθιές ρίζες στην Αλβανία

➤ Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ


Η δολοφονία του Έλληνα Βορειοηπειρώτη Αριστοτέλη Γκούμα στη Χειμάρα, για μόνο το λόγο ότι μιλούσε τη μητρική του γλώσσα, θυμίζει την ιδιότυπη κομμουνιστική εποχή του Ενβέρ Χότζα. Το αποτρόπαιο γεγονός θυμίζει το εθνικιστικό κλίμα που καλλιεργείται στην αλβανική κοινωνία, ένα κλίμα έντονα ανθελληνικό που έχει βαθιές ρίζες και το οποίο «ποτίζεται» και θάλλει, όχι μόνο από σοβινιστικούς κύκλους, αλλά και από το επίσημο κράτος.

Γράφαμε αρκετές φορές ότι η Χειμάρα και οι Χειμαριώτες είναι το άγχος των Αλβανών. Όσο η Χειμάρα δεν θα αναγνωρίζεται ως μειονοτική ζώνη, οι Χειμαριώτες δεν πρόκειται να σκύβουν το κεφάλι, αλλά σε όλους τους τόνους θα δηλώνουν την ταυτότητα της καταγωγής τους και θα διατρανώσουν την ελληνικότητά τους. Όσο θα μιλούν την ελληνική γλώσσα που τους άφησαν παρακαταθήκη οι πρόγονοί τους, τόσο οι Αλβανοί θα εντείνουν τα σκληρά μέτρα εις βάρος τους και θα υποθάλπουν βρωμερές πράξεις, όπως η δολοφονία του Αριστοτέλη Γκούμα.

Η περιοχή της Χειμάρας, όπως όλη η περιοχή του Βορειοηπειρωτικού χώρου, αποτελεί συνέχεια της φυσιογνωμίας του ηπειρωτικού τοπίου και στέκεται σιωπηρή στο χώρο και στο χρόνο. Όσοι επισκέπτονται σήμερα τους μαρτυρικούς αυτούς τόπους (και είναι πολλοί) διαπιστώνουν τον ακραιφνή ελληνικό χαρακτήρα των κατοίκων, τη συνοχή τους με τα υπόλοιπα τμήματα του ελλαδικού χώρου και το προηγμένο πολιτιστικό τους επίπεδο.

Τα συνεχιζόμενα επεισόδια εις βάρος των Χειμαριωτιών από φανατισμένους Αλβανούς δεν έχουν τέλος. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για ένα τυχαίο συμβάν αστυνομικού χαρακτήρα. Πρόκειται για προμελετημένη και οργανωμένη πράξη ακραίων αλβανικών εθνικιστικών κύκλων. Σαφώς είναι έγκλημα με εθνοτικά κίνητρα. Αλλιώς πώς να εξηγήσει κανείς τα διθυραμβικά σχόλια με τα οποία θεωρούν ήρωα του Έθνους τον Αλβανό εγκληματία και αξιώνουν, μάλιστα, την απομάκρυνση των Ελλήνων από τα πατρογονικά τους χώματα;

Η ηγεσία της μειονότητας, η ελληνική κυβέρνηση, τα ελληνικά κόμματα, καταδίκασαν τη δολοφονία του Έλληνα Χειμαριώτη και με τις δηλώσεις τους τόνισαν ότι οι τέτοιες βίαιες πράξεις εγκυμονούν κινδύνους και πυροδοτούν συγκρούσεις και μίση. Αρκεί όμως μια φραστική καταδίκη, όταν τέτοιες βδελυρές πράξεις επαναλαμβάνονται σε τακτά διαστήματα; Συνετίζονται οι Αλβανοί, οι οποίοι, με αιχμή του δόρατος τους Τσάμηδες, σε καθημερινή βάση, κατηγορούν την Ελλάδα και βυσσοδομούν εις βάρος των Βορειοηπειρωτών και μηχανεύονται τρόπους διωγμών και εκδιώξεων;

Είναι γεγονός ότι οι Αλβανοί δεν λησμόνησαν την «Μεγάλη Αλβανία». Ο πολιτικός και πνευματικός κόσμος όλο και περισσότερο γοητεύεται από το όνειρο του «Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού». Η «Μεγάλη Αλβανία» θα συμπεριλάβει στους κόλπους της το Κοσυφοπέδιο, την Ήπειρο, μέρος της ΠΓΔΜ, το Μαυροβούνιο και το νότιο τμήμα της Σερβίας. Το μίσος των Αλβανών προς τους Σέρβους μετά την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, κάπως έχει μετριαστεί. Τη θέση του την πήρε ο ανθελληνισμός με τις ακραίες ανθελληνικές κορώνες.

Να μην ξεχνούμε και τους Τσάμηδες, οι οποίοι έχουν δύο εκπροσώπους στο αλβανικό κοινοβούλιο και συνεχώς οργανώνουν εκδηλώσεις (ομιλίες, ημερίδες, συνεντεύξεις), στις οποίες εξαντλούνται σε μύδρους κατά της Ελλάδος. Δεν δραστηριοποιούνται μόνο στο εσωτερικό της Αλβανίας, αλλά και στο εξωτερικό, κυρίως στις ΗΠΑ που διαθέτουν ισχυρό λόμπυ.

Οι Αλβανοί εφαρμόζουν κατά γράμμα το αναφερόμενο στις βουλιμίες τους: «Και τούτο δικό μου και το άλλο δικό μου και ό,τι έχεις σου το αρπάζω».

Για το συμβάν της Χειμάρας η Ελληνική κυβέρνηση έχει κρατήσει χαμηλούς τόνους, ίσως εντός ευρύτερου διπλωματικού πλαισίου έναντι των γειτόνων μας. Όμως, έχουμε τη γνώμη ότι μια πιο έντονη διπλωματική απάντηση στην αλβανική κυβέρνηση ήταν απαραίτητη. Όχι ότι θα συνετίζονταν οι Αλβανοί, αλλά, τουλάχιστον, θα γνώριζαν ότι πίσω από την ελληνική μειονότητα υπάρχει το ελληνικό κράτος, το οποίο και ενδιαφέρεται και φροντίζει για το Βορειοηπειρωτικό στοιχείο. Μακριά βέβαια από «βεντέτες» εις βάρος των Αλβανών μεταναστών που έχουν ενταχθεί και ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία, είναι φιλήσυχοι και με την εργατικότητά τους προσφέρουν στην οικογένειά τους και δείχνουν στοιχεία θετικά.

Δεν είναι όμως το ίδιο με την ελληνική μειονότητα που ζει στα χώματα των πατέρων της από αρχαιοτάτων χρόνων στο βόρειο ηπειρωτικό τμήμα. Για τους Έλληνες αυτούς, δυστυχώς, τα δεδομένα είναι δυσοίωνα και το μέλλον τους άδηλο, αβέβαιο και ανασφαλές.

Το ελληνικό κράτος, η ελληνική πολιτεία, ασφαλώς και γνωρίζει ότι και το επίσημο αλβανικό κράτος επιδιώκει τον ολοσχερή αφανισμό της ελληνικής μειονότητας και την αρπαγή της γης τους. Καθημερινά είναι τα κρούσματα υφαρπαγής εδαφών από Αλβανούς που ανήκουν στους Έλληνες μειονοτικούς. Δυστυχώς, το αλβανικό κράτος συνεχίζει την πολιτική του εξαλβανισμού. Με κάθε τρόπο προσπαθούν να τους εξαναγκάσουν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Την περιοχή της Βορείου Ηπείρου οι Αλβανοί την έχουν εγκαταλείψει τελείως. Κανένα κρατικό έργο, καμιά κρατική επιχορήγηση με τη δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν πόροι.

Ξεχάστηκαν από τους Αλβανούς οι ευεργεσίες του Ελληνικού κράτους, η στήριξη της οικονομίας και η βοήθεια στη γενικότερη ανάπτυξη της ερειπωμένης χώρας.

Περιπτώσεις βιαιοπραγιών, διωγμών και άλλων ανήκουστων πράξεων, όπως η δολοφονία του Έλληνα κατοίκου της Χειμάρας, δεν πρέπει να αφήνουν την Ελλάδα αδιάφορη ή και απλώς παρατηρητή. Εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν δείξει πυγμή και δεν χειριστεί με υπευθυνότητα το εθνικό θέμα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία να περιμένουμε και άλλα, ίσως πολύ χειρότερα.

Όσο για τη δημογραφική εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική μειονότητα («Καθημερινή» - Τρίτη 17 Αυγούστου 2010) δεν μπορούμε με βεβαιότητα να μιλούμε για τους ελληνικούς πληθυσμούς που ζουν στην Αλβανία και ούτε ακόμη μπορούμε να στηριχτούμε στην απογραφή του 1989 επί Ραμίζ Αλία, διαδόχου του Χότζα, που ανεβάζει τον αριθμό των Ελλήνων Βορειοηπειρωτών σε 58.000 (πενήντα οχτώ χιλιάδες).

Ο αριθμός αυτός είναι πέρα για πέρα πλασματικός και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την εποχή εκείνη, όταν μάλιστα το καθεστώς ψυχορραγούσε και γινόταν περισσότερο επικίνδυνο, οι Έλληνες άλλοι από φόβο (να μην ξεχνούμε τη Σιγκουρίμι) και άλλοι διασκορπισμένοι σε πόλεις και χωριά της Μέσης και Βόρειας Αλβανίας, εξόριστοι οι πιο πολλοί, ασφαλώς, δεν απογράφηκαν ως Έλληνες. Για ευνοήτους λόγους απέφευγαν να αποδείξουν την εθνική τους καταγωγή.

Εάν, όπως φημολογείται, διεξαχθεί νόμιμη απογραφή του πληθυσμού της Αλβανίας και των διαφόρων εθνικών ομάδων υπό την επίβλεψη παρατηρητών του ΟΗΕ και άλλων Διεθνών Οργανισμών, τότε θα φανεί η πραγματική πληθυσμιακή δύναμη των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.

Όσα γράφονται από τον δημοσιογράφο Σταύρο Τζίμα στην «Καθημερινή» για την δημογραφική εικόνα σήμερα της ομογένειας (αν και οι Βορειοηπειρώτες δεν είναι ομογενείς) στην Αλβανία δεν αποδεικνύουν την πραγματική εικόνα. Φαίνεται ότι ο Σταύρος Τζίμας έχει ελλιπείς πληροφορίες από τους φίλους του στην Αλβανία. Σε περίπτωση πραγματικής και όχι νοθευμένης απογραφής στην Αλβανία, είμαστε βέβαιοι, ότι οι Βορειοηπειρώτες που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα ομαδικά θα μεταβούν στους τόπους της καταγωγής τους για να απογραφούν.

Τότε και μόνο τότε μπορούμε να μιλούμε με βεβαιότητα για το έμψυχο ελληνικό δυναμικό στην Αλβανία

http://www.proinoslogos.gr

1 σχόλιο:

  1. Όσον αφορά στο Αργυρόκαστρο, ο Holland, ο οποίος επισκέφτηκε την Αλβανία το 1812, αναφέρει ότι η πόλη είχε πληθυσμό 4.000 οικογενειών από τις οποίες μόνο 140 ήταν ελληνικές (H. Holland, Ταξίδια στα Ιόνια νησιά, Ήπειρο, Αλβανία, σελ. 272, εκδ. 1899). Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνονται από στοιχεία που δημοσίευσε το 1913 το γενικό στρατηγείο του ελληνικού στρατού, σύμφωνα με τα οποία από τους 11.590 κατοίκους του Αργυροκάστρου οι 9.895 ήταν Αλβανοί και μόνο 1695 Έλληνες (R. Puax, Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος, εκδ. 1913). Ο Holland γράφει επίσης ότι οι Χειμαριώτες ανήκουν στην αλβανική φυλή των Λιάπηδων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι ανάμεσα στην Αυλώνα και στο Δελβίνο. Άρα το ότι οι Χειμαριώτες είναι δίγλωσσοι (ασχέτως αν έχουν αποκτήσει ελληνική εθνική συνείδηση), δεν είναι αλβανική προπαγάνδα του Χότζα. Ο Αραβαντινός το 1856, αναφερόμενος στην Κορυτσά του 1856, γράφει ότι η πόλη κατοικείτο από 2000 οικογένειες, σχεδόν όλες οικογένειες Αλβανών (Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τόμος 2, σελ. 41, εκδ. 1856).

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχολιάστε σε όλες τις γνωστές γλώσσες. Δεν αναγνωρίζονται σχόλια σε 'λατινοελληνικά'-greklish.